Επί του προδικαστικού ζητήματος άλλης κύριας δίκης παράγεται δεδικασμένο υπό την προϋπόθεση ότι το δικάσαν δικαστήριο θα ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκαση και αυτού, εφόσον εισαγόταν ενώπιόν του ως κύριο ζήτημα. Η συνδρομή καθ’ ύλην αρμοδιότητας κρίνεται με γνώμονα το δικαστήριο που επιλήφθηκε της διαφοράς πρωτοδίκως και όχι εκείνο που δίκασε την υπόθεση κατ’ έφεση.
Η μελέτη πραγματεύεται τα αντικειμενικά όρια του δικονομικού δεδικασμένου (με αφορμή την ΑΠ 1188/2025). Eιδικότερα, ερευνά τα ζητήματα αφενός του κυρίου αντικειμένου του κατά το άρθρο 322 Ι εδ. β΄ ΚΠολΔ και αφετέρου εκείνου της εν προκειμένω εφαρμογής του άρθρου 331 ΚΠολΔ επί τυχόν κριθέντων προδικαστικών ζητημάτων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζεται η θέση ότι, όταν απορρίπτεται μια αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως της εκάστοτε οικείας διαδικαστικής προϋποθέσεως, από το δικονομικό δεδικασμένο καταλαμβάνεται ως κύριο ζήτημα τόσον η διάγνωση του απαραδέκτου όσο και η διαπίστωση της εν λόγω ελλείψεως.
Καταδικασθείς ή προσωρινά κρατούμενος που αθωώθηκε δικαιούται να ζητήσει από το Δημόσιο αποζημίωση για την ζημία που υπέστη (περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη) από την εκτέλεση της ποινής ή την προσωρινή κράτηση. Σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο, δικαιοδοσία αναγνώρισης της σχετικής αξίωσης αποζημίωσης είχαν τα ποινικά δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονταν μόνο αιτήματα σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημίωσης. Μετά την θέση σε ισχύ του νέου ΚΠΔ (Ν. 4620/2019) δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης οποιασδήποτε αγωγής σχετικής με την επιδίκαση αποζημίωσης υπέρ αδίκως κρατηθέντων στα πολιτικά δικαστήρια.
Η μελέτη εξετάζει τη θεμελίωση, τη νομική φύση και τα όρια της απαγόρευσης αναδίκασης της διαφοράς κατά την αναγνώριση και κήρυξη της εκτελεστότητας αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Με αφετηρία την ιστορική διαμόρφωση της αρχής, αναδεικνύονται οι ασάφειες που συνεπάγεται η γενική αποδοχή της και προτείνεται η συστηματική επανατοποθέτησή της στη δογματική του δικονομικού διεθνούς δικαίου. Ως προς τη θεμελίωση της αρχής, υποστηρίζεται ότι η απαγόρευση δεν συνάγεται απλώς εξ αντιδιαστολής από την περιοριστική απαρίθμηση των προϋποθέσεων αναγνώρισης στον ΚΠολΔ, αλλά διαθέτει υπερνομοθετικό έρεισμα στο άρθρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ.
Προϋποθέσεις ανάκλησης ή μεταρρύθμισης οριστικής απόφασης της εκουσίας δικαιοδοσίας. Προσωρινή διοίκηση νομικού προσώπου. Η εμφάνιση, μετά τον διορισμό των μελών της προσωρινής διοίκησης, σπουδαίων λόγων που επιβάλλουν την αντικατάστασή τους δεν αποτελεί «νέο πραγματικό περιστατικό», ικανό να δικαιολογήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης διορισμού.
Η αξιολόγηση προσαχθέντος αποδεικτικού μέσου ως παράνομου και η συνακόλουθη απόρριψή του ως απαράδεκτου δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης κατά το άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η ίδια κρίση δεν συνιστά ούτε προδικαστικό ζήτημα κατά την έννοια του άρθρου 331 ΚΠολΔ.
Η σύγκρουση δεδικασμένων που πρoέκυψε στο πλαίσιο δίκης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης άρθηκε διά της επικράτησης του δεδικασμένου της προγενέστερης απόφασης του Εφετείου, κατ’ απόκλιση από το γενικό κανόνα που δίνει το προβάδισμα στο νεότερο δεδικασμένο, επειδή, παρόλο που, σε αντίθεση με την μεταγενέστερη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το Εφετείο είχε κρίνει δεσμευτικά το ζήτημα της ύπαρξης αξίωσης αποζημίωσης ως προδικαστικό, η προγενέστερη απόφαση είχε εκδοθεί από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο και μέσω διαδικασίας η οποία χαρακτηριζόταν από περισσότερα εχέγγυα ορθότητας.
Το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Δικονομικό είναι και το ζήτημα, αν για την ένδικη διαφορά υπάρχει ή όχι δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση. Και το ζήτημα αυτό καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ’ άρθρο 322 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν σε νέα (τρίτη) δίκη το εν λόγω δεδικασμένο θα επιτελεί αρνητική ή θετική λειτουργία.